ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
Δημόσια υποστήριξη διδακτορικής διατριβής
Η δημόσια υποστήριξη της διδακτορικής διατριβής της Υποψήφιας Διδάκτορος κας Γεωργίας Παραστατίδου με τίτλο «Επιχειρηματική ευφυΐα για τη μέτρηση της τοπικότητας και της βιωσιμότητας και την αποκάλυψη παραπλανητικών εταιρικών πρακτικών», θα λάβει χώρα την Πέμπτη 8/1/2026 στις 13:00 στο εργαστήριο Ηλεκτρονικής Εγκληματολογίας & Διαχείρισης Ψηφιακών Δεδομένων του Τμήματος, στο κτίριο της Βιβλιοθήκης του ΔΠΘ στην Καβάλα.
Επταμελής Εξεταστική Επιτροπή:
- Βασίλειος Χατζής, Καθηγητής Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης (Επιβλέπων)
- Βασίλειος Μαρδύρης, Καθηγητής Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης
- Ιφιγένεια Μυλωνά, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης
- Περσεφόνη Πολυχρονίδου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Διεθνούς Πανεπιστημίου της Ελλάδος
- Λάζαρος Σαρηγιαννίδης, Αναπληρωτής Καθηγητής Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης
- Δημήτριος Στυλίδης, Αναπληρωτής Καθηγητής Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης
- Λεωνίδας Φραγγίδης, Αναπληρωτής Καθηγητής Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Στη σύγχρονη οικονομία, η τοπικότητα και η βιωσιμότητα αποτελούν κρίσιμα κριτήρια επιλογής προϊόντων ή υπηρεσιών και επιχειρηματικών συνεργασιών. Όμως η αναξιοπιστία, η έλλειψη ακεραιότητας και η ασάφεια στην αποτύπωση της τοπικότητας και της βιωσιμότητας αναδεικνύουν την ανάγκη ανάπτυξης νέων μεθοδολογιών μέτρησης.
Η ερευνητική καινοτομία της διδακτορικής διατριβής εντοπίζεται στον ορισμό, στην εφαρμογή και στην αξιολόγηση των νέων μοντέλων (Expenses Localness Indicators) και του μοντέλου SmI (Sustainability meta-Indicator) που αντιμετωπίζουν τρεις κύριες προκλήσεις. Πρώτον, ότι οι καταναλωτές αδυνατούν να προσδιορίσουν με σαφήνεια τον βαθμό τοπικότητας των επιχειρήσεων από τις οποίες προμηθεύονται προϊόντα, λόγω της περιορισμένης διαφάνειας στις επιχειρηματικές πρακτικές και της ευρείας χρήσης εξωτερικών συνεργατών. Δεύτερον, ότι παρατηρείται το φαινόμενο της διάβρωσης της φορολογικής βάσης και της μετατόπισης κερδών (BEPS), καθώς επιχειρήσεις μετακινούν την έδρα τους σε περιοχές με ευνοϊκότερο φορολογικό καθεστώς, αξιοποιώντας καταχρηστικά τα διαθέσιμα κίνητρα ανάπτυξης. Τρίτον, εντοπίζεται η χρήση παραπλανητικών ή χειραγωγήσιμων δεικτών βιωσιμότητας, που συνδέεται κυρίως με τη μεταφορά μη βιώσιμων δραστηριοτήτων σε άλλες συνδεδεμένες εταιρείες. Τα φαινόμενα αυτά υπονομεύουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και στις αγορές, αποδυναμώνοντας τη δυνατότητα λήψης τεκμηριωμένων αποφάσεων.
Το μοντέλο ELI, αξιοποιεί τα διαθέσιμα δεδομένα των πληροφοριακών συστημάτων των επιχειρήσεων για τον καθορισμό Δεικτών Τοπικότητας και ενσωματώνει επίπεδα τοπικότητας που βασίζονται σε γεωγραφικά και οικονομικά κριτήρια. Οι δείκτες τοπικότητας προκύπτουν από την κατανομή των πληρωμών μιας εταιρίας σε άλλες οντότητες, σε συνδυασμό με την τοπικότητα των συνεργαζόμενων οντοτήτων και εκφράζουν το ποσοστό τοπικότητας από 0% (μη τοπικό) έως 100% (πλήρως τοπικό) το οποίο μπορεί να διαφοροποιείται με την πάροδο του χρόνου. Με τον τρόπο αυτό το μοντέλο αποτυπώνει το βαθμό τοπικότητας μιας επιχείρησης, συμβάλλει στον εντοπισμό ψευδών ισχυρισμών τοπικότητας και στην αναγνώριση ενδείξεων καταχρηστικής φορολογικής μετατόπισης μέσω της ανάλυσης των εταιρικών πληρωμών.
Το μοντέλο SmI, παρέχει ένα αντικειμενικό μέτρο της πραγματικής δέσμευσης των xvi επιχειρήσεων στη βιωσιμότητα, αποκαλύπτοντας παραπλανητικές πρακτικές και ενισχύοντας τη διαφάνεια των εταιρικών στρατηγικών. Η τιμή του δείκτη καθορίζεται από τους δείκτες βιωσιμότητας των συνεργαζόμενων οντοτήτων προς τις οποίες η επιχείρηση καταβάλλει πληρωμές καθώς και από το ύψος των αντίστοιχων ποσών. Οι δείκτες και στα δύο μοντέλα αντλούν δεδομένα από τα πληροφοριακά συστήματα των επιχειρήσεων, μετατρέποντας τις χρηματοοικονομικές ροές σε ποσοτικοποιημένες, αξιόπιστες μετρήσεις.
Η λειτουργικότητα των μοντέλων επιβεβαιώθηκε με τη χρήση συνθετικών δεδομένων. Δημιουργήθηκαν σενάρια με διαφορετικές στρατηγικές και αποδείχθηκε ότι οι προτεινόμενοι δείκτες αντικατοπτρίζουν αυτές τις στρατηγικές.
Τα αποτελέσματα των παραδειγμάτων καταδεικνύουν ότι η τοπικότητα μιας εταιρείας αυξάνεται καθώς πληρώνει περισσότερα από τα έξοδα της σε τοπικές χρηματοοικονομικές οντότητες. Αντίστροφα, οι επιχειρήσεις που συνεργάζονται κυρίως με μη τοπικές οντότητες εμφανίζουν μειωμένο ποσοστό τοπικότητας. Οι εταιρείες που δίνουν προτεραιότητα στις τοπικές συνεργασίες διατηρούν υψηλότερες βαθμολογίες τοπικότητας, ενώ εκείνες που συνεργάζονται με οντότητες χαμηλής τοπικότητας αποδυναμώνουν το τοπικό οικονομικό τους αποτύπωμα, ανεξάρτητα από τη φυσική τους τοποθεσία. Τέλος η διαβάθμιση των χρονοεξαρτώμενων δεικτών διευκολύνει την αναγνώριση και αξιολόγηση πιθανών παραπλανητικών ισχυρισμών τοπικότητας και βιωσιμότητας. Η συμβολή των δεικτών αυτών έγκειται στην ενίσχυση της θεσμικής εμπιστοσύνης, αντικαθιστώντας τις υποκειμενικές δηλώσεις με ποσοτικοποιημένα και επαληθεύσιμα δεδομένα, καθώς και στην προσφορά νέων εργαλείων διαφάνειας και τεκμηριωμένης λήψης αποφάσεων για επιχειρήσεις, καταναλωτές και φορείς χάραξης πολιτικής.
Συνολικά, τα προτεινόμενα μοντέλα (ELI και SmI) υπερβαίνουν τον παραδοσιακό ρόλο των πληροφοριακών συστημάτων, μετασχηματίζοντάς τα σε μηχανισμούς στρατηγικής γνώσης και λήψης αποφάσεων. Μέσα από τη διασύνδεση της οικονομικής ανάλυσης με τις κοινωνικές και πολιτικές προτεραιότητες, αναδεικνύουν νέους τρόπους τεκμηρίωσης της πραγματικής συμβολής στην τοπική οικονομία, της φορολογικής διαφάνειας, της αποτροπής διάβρωσης βάσης, του εντοπισμού κρυφών μορφών παραπλάνησης, ενίσχυσης της αξιοπιστίας εταιρικών στρατηγικών, συμβάλλοντας στη xvii διαμόρφωση μιας πιο διαφανούς, δίκαιης και βιώσιμης επιχειρηματικής και πολιτικής κουλτούρας.
